Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ





Τὸ σύμβολο αὐτὸ ἔχει δύο στενά ἀλληλένδετες σημασίες. Ἀφενὸς εἶναι ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ τὸ ἀποφασιστικὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ὁλοκληρώθηκε ἡ ἐπίγεια ζωὴ καὶ διακονία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἱστορία ἑνὸς φοβεροῦ καὶ τρομακτικοῦ μίσους ἐνάντια σ᾿ Αὐτὸν ποὺ ὁλόκληρη ἡ διδασκαλία Του ἐπικεντρώθηκε στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, καὶ ποὺ ὁλόκληρο τὸ κύρυγμά Του ἦταν μία κλήση σὲ αὐτοθυσία στὸ ὄνομα τῆς ἀγάπης. Ὁ Πιλάτος, ὁ Ρωμαῖος κυβερνήτης στὸν ὁποῖο μεταφέρθηκε ὁ Χριστός, ἀφοῦ Τὸν συνέλαβαν, Τὸν ἐκτύπησαν καὶ Τὸν ἔφτυσαν, λέει, «ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω» (Ἰωάν. 19, 4). Αὐτὸ ὅμως προκάλεσε ἕνα ἰσχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν!» φωνάζει τὸ πλῆθος.

Ἔτσι ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ θέτει ἕνα αἰώνιο πρόβλημα, ποὺ σκοπεύει στὸ βάθος τῆς συνειδήσεως: γιατί ἡ καλωσύνη ξεσήκωσε ὄχι μόνο ἀντίθεση, ἀλλὰ καὶ μίσος; Γιατί ἡ καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο;

Συνήθως ἀποφεύγουμε νὰ δώσουμε ἀπάντηση σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, ἐπιρρίπτοντας τὴν εὐθύνη σὲ κάποιον ἄλλο: ἂν ἤμασταν ἐκεῖ, ἂν ἤμουν ἐκεῖ ἐκείνη τὴν τρομερὴ νύχτα, δὲ θὰ εἶχα συμπεριφερθεῖ ὅπως οἱ ἄλλοι. Ἀλλοίμονο ὅμως, κάπου βαθιὰ στὴ συνείδησή μας γνωρίζουμε πὼς αὐτὸ δὲν εἶναι ἀλήθεια. Ξέρουμε πὼς οἱ ἄνθρωποι ποὺ βασάνισαν, σταύρωσαν καὶ μίσησαν τὸν Χριστὸ δὲν ἦταν κάποιου εἴδους τέρατα, κατεχόμενα ἀπὸ κάποιο ἰδιαίτερο καὶ μοναδικὸ κακό. Ὄχι, ἦταν «ὅπως ὅλοι μας». Ὁ Πιλάτος προσπάθησε ἀκόμη καὶ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν Ἰησοῦ, νὰ μεταπείσει τὸ πλῆθος, προσφέρθηκε ἀκόμη καὶ νὰ ἀπελευθερώσει τὸ Χριστὸ ὡς κίνηση καλῆς θελήσεως, χάριν τῆς ἑορτῆς, ὅταν κι αὐτὸ ἀπέτυχε, στάθηκε μπροστὰ στὸ πλῆθος καὶ ἔνιψε τὰ χέρια του, δείχνοντας τὴ διαφωνία του σ᾿ αὐτὸ τὸ φόνο.

Μὲ λίγες πινελιὲς τὸ εὐαγγέλιο σχεδιάζει τὴν εἰκόνα αὐτοῦ του παθητικοῦ Πιλάτου, τοῦ τρόμου του, τῆς γραφειοκρατικῆς του συνειδήσεως, τῆς δειλῆς του ἀρνήσεως νὰ ἀκολουθήσει τὴ συνείδησή του. Δὲ συμβαίνει ὅμως ἀκριβῶς τὸ ἴδιο στὴ δική μας ζωὴ καὶ στὴ ζωὴ γύρω μας; Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πιὸ κοινότυπη, ἡ πιὸ τυπικὴ ἱστορία; Δὲν εἶναι παρὼν συνεχῶς μέσα μᾶς κάποιος Πιλάτος;

Δὲν εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅταν ἔρθει ἡ στιγμὴ νὰ ποῦμε ἕνα ἀποφασιστικό, ἀμετάκλητο ὄχι στὸ ψεῦδος, στὴν ἀδικία, στὸ κακὸ καὶ στὸ μίσος, ἐνδίδουμε στὸν πειρασμὸ νὰ «νίψουμε τὰς χείρας μας»; Πίσω ἀπὸ τὸν Πιλάτο ἦταν οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ὑπερασπιζόμενοι τὸν ἑαυτό τους θὰ μποροῦσαν νὰ ποῦν: ἐκτελέσαμε ἁπλῶς διαταγές, μᾶς εἶπαν νὰ «ἐξουδετερώσουμε» κάποιον ταραχοποιὸ ποὺ προκαλοῦσε ἀναστάτωση καὶ ἀταξία, γιὰ ποιὸ πράγμα μιλᾶτε λοιπόν; Πίσω ἀπὸ τὸν Πιλάτο, πίσω ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες ἦταν τὸ πλῆθος, οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ποὺ ἕξι μέρες πρὶν φώναζαν «Ὡσαννά», καθὼς ὑποδέχονταν θριαμβευτικὰ τὸ Χριστό, κατὰ τὴν εἴσοδό του στὴν Ἱερουσαλήμ, μόνο ποὺ τώρα ἡ κραυγή τους ἦταν «Σταύρωσον αὐτόν!» Ἔχουν ὅμως καὶ γι᾿ αὐτὸ μία ἐξήγηση. Δὲν εἶναι οἱ ἡγέτες τους, οἱ διδάσκαλοί τους καὶ οἱ κυβερνῆτες τους αὐτοὶ ποὺ τοὺς ἔλεγαν πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦταν ἕνας ἐγκληματίας, ποὺ κατέλυσε τοὺς νόμους καὶ τὶς συνήθειες, καὶ γι᾿ αὐτό, βάσει τοῦ νόμου, «πάντοτε βάσει τοῦ νόμου, πάντοτε σύμφωνα μὲ τὸ ὑπάρχον καταστατικό», πρέπει νὰ πεθάνει…; Ἔτσι κάθε συμπαίκτης σ᾿ αὐτὸ τὸ τρομακτικὸ γεγονὸς εἶχε δίκαιο «ἀπὸ τὴν πλευρά του», ὅλοι δικαιώθηκαν. Ὅλοι μαζὶ ὅμως δολοφόνησαν ἕναν ἄνθρωπο στὸν ὁποῖον «οὐδὲν εὑρέθη αἴτιον». Ἡ πρώτη σημασία τοῦ σταυροῦ συνεπῶς εἶναι ἡ κρίση τοῦ κακοῦ, ἢ μᾶλλον τῆς ψευδοκαλωσύνης αὐτοῦ του κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖο πανηγυρίζει αἰώνια τὸ κακό, καὶ ὁ ὁποῖος προωθεῖ τὸν τρομακτικὸ θρίαμβο τοῦ κακοῦ πάνω στὴ γῆ.

Αὐτὸ μας μεταφέρει στὴ δεύτερη σημασία τοῦ σταυροῦ. Μετὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθεῖ ὁ δικός μας σταυρός, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς εἶπε, «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι,… ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ᾿ ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοὶ» (Λουκ. 9, 23). Αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ ἐπιλογὴ ποὺ εἶχε νὰ κάνει ὁ καθένας ἐκείνη τὴ νύχτα –ὁ Πιλάτος, οἱ στρατιῶτες, οἱ ἀρχηγοί, τὸ πλῆθος κι ὁ καθένας μέσα στὸ πλῆθος – εἶναι μία ἐπιλογὴ ποὺ τίθεται συνεχῶς καὶ σὲ καθημερινὴ βάση μπροστά μας. Ἐξωτερικά, ἡ ἐπιλογὴ ἔχει νὰ κάνει μὲ κάτι φαινομενικὰ ἀσήμαντο γιὰ μᾶς, ἢ δευτερεῦον. Γιὰ τὴ συνείδηση ὅμως τίποτε δὲν εἶναι πρῶτο ἢ δεύτερο, ἀλλὰ τὸ καθετὶ μετρᾶται ἂν εἶναι ἀληθινὸ ἢ ψεύτικο, καλὸ ἢ κακό. Τὸ νὰ σηκώνεις λοιπὸν τὸ σταυρό σου καθημερινὰ δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ νὰ ἀντέχεις τὰ φορτία καὶ τὶς μέριμνες τῆς ζωῆς, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὸ νὰ ζεῖς ἁρμονικὰ μὲ τὴ συνείδησή σου, τὸ νὰ ζεῖς μέσα στὸ φῶς τῆς κρίσεως τῆς συνειδήσεως.

Ἀκόμη καὶ σήμερα, μὲ ὅλο τὸν κόσμο νὰ κοιτάζει, ἕνας ἄνθρωπος στὸν ὁποῖο «οὐδὲν εὑρέθη αἴτιον» μπορεῖ νὰ συλλαμβάνεται, νὰ βασανίζεται, νὰ κτυπιέται, νὰ φυλακίζεται ἢ νὰ ἐξορίζεται. Ὅλα αὐτὰ δὲ «ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου», χάριν τῆς ὑπακοῆς καὶ πειθαρχίας, ὅλα στὸ ὄνομα τῆς τάξεως, γιὰ τὸ καλὸ ὅλων. Πόσοι Πιλάτοι δὲ νίπτουν τὰ χέρια τους, πόσοι στρατιῶτες δὲ σπεύδουν νὰ ἐκτελέσουν τὶς διαταγὲς τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, πόσοι ἄνθρωποι ὑπάκουα, δουλόπρεπα δὲν τοὺς χειροκροτοῦν, ἢ τουλάχιστον δὲν κοιτάζουν σιωπηλὰ τὸ κακὸ ποῦ θριαμβεύει; Καθὼς μεταφέρουμε τὸ σταυρό, καθὼς τὸν προσκυνοῦμε, καθὼς τὸν ἀσπαζόμαστε, ἂς σκεφτοῦμε τὴ σημασία του. Τί μᾶς λέει, σὲ τί μᾶς καλεῖ; Ἂς θυμηθοῦμε τὸ σταυρὸ ὡς ἐπιλογὴ ἀπὸ τὴν ὁποία κρέμονται τὰ πάντα στὸν κόσμο, καὶ ποὺ χωρὶς αὐτὸν ὅλα στὸν κόσμο γίνονται θρίαμβος τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ σκότους. Ὁ Χριστὸς εἶπε, «εἰς κρίμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον» (Ἰωάν. 9, 39). Σ᾿ αὐτὴ τὴν κρίση, μπροστὰ στὸ δικαστήριο τῆς σταυρωμένης ἀγάπης, τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς καλωσύνης, δικάζεται ὁ καθένας μας.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν
.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Που είναι το Άγιο Ορος;






«Το ’35 έγινε γενική επιστράτευση , γιατί είχε κάνει επανάσταση αυτός επάνω εκεί στη Μακεδονία. Απ’ τη Λευκάδα για να πάω στην Αθήνα έκανα τρείς μέρες με το σαπιοκάραβο. Κι όσο να φτάσουμε στην Αθήνα, κατεστάλη το κίνημα.»

Όταν έφτασα στην Αθήνα και κατεστάλη το κίνημα , ήμουν χαμένος. Δεν είχα τίποτα κανένα γνώριμο. Στρατιώτες είχα, αλλά μετά που έγινα πολίτης…Δυό τρείς μέρες καθόμουνα στην Αθήνα.  Ήταν ένα Λευκαδίτικο ξενοδοχείο και πήγαινα και κοιμόμουνα το βράδυ εκεί.

»Την Τρίτη μέρα, να και ένας έρχεται με πλησιάζει και μου λέει: «Έρχεσαι να πάμε στο Άγιον Όρος;». Λέω: «Που είναι το Άγιον Όρος;». Λέει : «Επάνω, στη Μακεδονία». Εγώ δεν είχα ιδέα για το Άγιον Όρος ούτε από καλογήρους ήξερα. Λέω: «Δεν πάμε;». «Ετοιμάσου» μου λέει, «το βράδυ φεύγει το βαπόρι». Άγνωστος αυτός τώρα.

»Πήγαμε λοιπόν. Μετά από δύο μέρες, βγήκαμε στη Δάφνη. Απ’ τον Πειραιά το βαπόρι πήγε κατευθείαν στη Δάφνη. «Τώρα που θα πάμε;». «Θα πάμε στο Ξηροποτάμου το βράδυ», μου λέει.«Αλλά δεν θα καθίσουμε , θα πάμε στο Κουτλουμούσι. Εκεί θα κοινοβιάσουμε».

»Όταν φτάσαμε στο Ξηροποτάμου, στην πύλη , τι γίνεται , παιδιά; Οι άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες κατέβηκαν απ’την εικόνα και μιλούσαν μεταξύ τους επί 20 λεπτά την ώρας. Κι εγώ τα έχασα. «Θεέ μου, τι γίνεται ;», λέω. Οι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες κατέβηκαν στο προαύλιο του ναού! Λοιπόν, σε λίγο χάθηκαν οι Άγιοι. Τα’χασα κι εγώ. Ρώτησα κάποιον: «Ποιοι ήσαν αυτοί έξω που μιλούσαν , κάτι στρατιώτες; Που πήγαν κι έφυγαν;». «Ποιοι στρατιώτες;», μου λέει.

»Καθίσαμε το βράδυ εκεί και την άλλη μέρα πήγαμε στο Κουτλουμούσι. Πήγαμε μέσα στη Γεροντεία, στον ηγούμενο. Εγώ είπα θα καθίσω, κι αυτός είπε θα καθίσει. Και μετά που είπε θα καθίσει, την άλλη μέρα χάθηκε. Δεν ξέρω τι έγινε. Ψάχνω να τον βρω, στις Καρυές, παντού, τίποτα.»

Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

40 ευρώ για τον Χριστό

 
 
Τελείωσα με τα πράγματα στο σπίτι του «δύσκολου πελάτη» για να μπορέσει να το κατοικήσει το Σαββατοκύριακο. Είχα αργήσει για να προλάβω την Εσπερινή Λειτουργία, έτσι αντί για εκεί, αποφάσισα να πάω στον προμηθευτικό σταθμό να πάρω πράγματα που χρειαζόμουν για το Σαββατοκύριακο.
Καθώς στάθμευα το φορτηγό μου πρόσεξα – ανάμεσα στα δώδεκα ή περισσότερα άτομα που φόρτωναν τα αυτοκίνητά τους με πράγματα – μια νεαρή κοπέλλα με μωρό στην αγκαλιά της να περιφέρεται εδώ και εκεί ανάμεσα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Την πέρασα για άλλο ένα πελάτη που έψαχνε για το αμάξι της.

Στάθμευσα το δικό μου φορτηγό, και ακούω πίσω μου καθώς έβγαινα μια πνιγμένη φωνή: «Κύριος… Κύριος…..»
Γυρνάω να δω, και είναι η κοπέλλα.
Είναι λεπτή, μικροκαμωμένη, ίσως 1 και 50 σε μπόϊ, και μοιάζει να είναι δεκαπέντε ετών, αλλά το πρόσωπό της έχει όψη ταλαιπωρημένη και στραπατσαρισμένη, μιας μεγαλύτερης ηλικίας. Τα μάτια της είναι ένα ατσάλινο γαλάζιο και γυαλίζουν. Η κακοβαλμένη μάσκαρα έχει γίνει μουντζούρα. Η μύτη, το ένα φρύδι και το πάνω χείλι είναι τρυπημένα, και καθώς σκουπίζει το μάτι της με την ανάποδη του καρπού της, παρατηρώ πως έχει τατουάζ πάνω στο χέρι της, στον καρπό και πιο πάνω προς το μπράτσο.
Κρατάει ένα μωρό, πιθανόν ενός έτους. Η μυτούλα του έχει μια κρούστα από ξεραμένη μύξα. Στα μπρατσάκια του είναι τυπωμένα διάφορα «παιδικά τατουάζ», από εκείνα που δίνουν τα μηχανάκια που πουλάνε τσιχλόφουσκες. Χρειαζόταν ένα μπάνιο το μικρό, αλλά δεν ήταν τόσο βρώμικο ώστε να μοιάζει εγκαταλελειμμένο. Τον σηκώνει και τον εναποθέτει πάνω στον γοφό της με το αριστερό της χέρι, καθώς σκουπίζει με το δεξί το μάτι της.
«Κύριος…», μου λέει με πνιγμένη φωνή. «Σας παρακαλώ….»
Σκύβω προς το μέρος της και βάζω το χέρι μου γύρω από τον ώμο της.
«Ηρέμησε γλυκειά μου» της λέω. «Τι σου συμβαίνει;»
«Μόλις μετακομίσαμε εδώ από την επαρχία. Αν δεν βρω 38 Ευρώ σε δέκα λεπτά, αυτοί θα πετάξουν όλα τα πράγματά μου στο πεζοδρόμιο.»
«Ποιοί είναι οι ‘αυτοί’;»
«Το Πανδοχείο Έξι εκεί πέρα…» μου δείχνει με το χέρι, στην απέναντι μεριά της λεωφόρου.
Μίλησα λιγάκι μαζί της. Είναι μόνη, χωρίς φίλο, σύζυγο, ή οικογένεια. Την ρωτάω πώς το ταΐζει το μωρό και μου λέει με τα γραμματόσημα-δώρο των σούπερ-μάρκετ.
«Και τί θα κάνεις αύριο;»
«Δεν ξέρω»
«Πες μου το όνομά σου»
«Σίντυ»
«Σε ποιο δωμάτιο μένεις στο πανδοχείο, ώστε αν βρω κάποιον να σε βοηθήσει, να μπορέσω να σε βρω…»

Με κοιτάζει. Παρατηρώ ένα βλέμμα-αστραπή ενός «περπατημένου» ανθρώπου που υποψιάζεται τα πάντα. Μετά μου λέει «238».

Της βάζω 40 Ευρώ στο χέρι. Αρχίζει να κλαίει.
«Σας ευχαριστώ κύριε… σας ευχαριστώ… Δεν θέλω να φανώ αγενής, αλλά πρέπει να φύγω τώρα αμέσως, επειδή πετάνε έξω τα πράγματά μου.»
Αρπάζει πάνω της το μωρό και φεύγει τρέχοντας προς το πανδοχείο. Εγώ γύρισα προς την άλλη κατεύθυνση και μπήκα μέσα στον προμηθευτικό σταθμό, χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Δεν θέλω να ξέρω αν όντως πήγε στο Πανδοχείο Έξι ή όχι. Δεν θέλω να ξέρω αν πλήρωσε για μία διανυκτέρευση για τον εαυτό της και το μωρό, ή αν αγόρασε μια δόση φτηνού ναρκωτικού για τον εαυτό της. Δεν θέλω να ξέρω αν έπεσα θύμα μιας ομάδας γύφτων ή αν εξαπατήθηκα από ένα κορίτσι που μάθαινε τις τεχνικές επαιτείας.
Το μόνο που θέλω να μάθω σήμερα είναι το τι σημαίνει να αγαπά κανείς χωρίς κυνισμό, το να αγαπά και αυτούς που σε εξαπατούν, σε απορρίπτουν και σε σκοτώνουν… το να δίνεις, χωρίς την προσδοκία της αμοιβής ή ανταπόδοσης… το να βλέπεις την εικόνα του Θεού κάτω από τις ουλές και τα σημάδια της ανθρώπινης αδυναμίας και ματαιότητας…
Θέλω να ξέρω τι σημαίνει να ελπίζεις.
Αν μπορώ να τα αποκτήσω όλα αυτά με σαράντα Ευρώ, τότε εγώ είμαι εκείνος που ευεργετήθηκε…
  
Του υποδιακόνου Στήβεν Ρόμπινσον

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Η ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΒΟΛΟ ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ





Μας δένει εκείνος ο ψαλμός  που υψώνεται πάνω από τον τρούλο μέσα στην ησυχία της νύχτας όταν η γη σταματάει να γίνεται ακατανόητη και  παίρνει μορφή στο χέρια του Θεού. Μας ενώνει μια ιστορία πολέμων και μια γραμμή αίματος που φέρνει πάνω τους το βάρος της επιμονής της διατήρησης μιας ελευθερίας για άλλους παράξενη αλλά για μας βλέμμα του Θεού, μοναδικό  μας δώρο. 

Μας πλησιάζει εκείνο το σκίρτημα της καρδιάς στην «Υπερμάχω»  τα  απλά «αμήν» κι ένας πατέρας εκεί ψηλά σύντροφος στο καθημερινό μας ταξίδι κι οδηγός και δάσκαλος. Αυτός είναι που μας κάνει να μην σκύβουμε το κεφάλι παρά μόνον σ’ Αυτόν και για Αυτόν που δεν ξέρουμε καλά αλλά βρίσκουμε τα ίχνη του στην άμμο ενός εκτός χρόνου δειλινού και μέσα στην καρδιά μας όταν το «αχ» περιορίζει την φτωχή ούτως ή άλλως όρασή μας.

 Μας φέρνει κοντά  Αυτός που υψώθηκε στο σταυρό υψώνοντας μαζί του τα ράκη και τις αποτυχίες μας μαζί με τους τσακισμένους ανθρώπους από τα παιγνίδια της πολιτικής των θεομάχων. Είναι τα αδέλφια μας που η ξένη τους γλώσσα την καταλαβαίνουμε όταν μιλάμε στην προοπτική της αγάπης  που υψώνεται ως λιβάνι σε αυτόν τον μεγάλο Όρθρο των Βαλκανίων.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ





«Η Παναγία χαίρεται η Παναγία χαμογελά
το πέλαγο έτσι που κυλάει βαθιά πόσο της μοιάζει!…
Ετοιμασίες της Παναγίας/ που για να γιορτάσει ελπίζει
άσπρα πανιά και γαλανές σημαιούλες»
(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ (Φύλλα ψυχής ορθάνοιχτα)






Πρωί στο Μέγα Σπήλαιο πρωτάκουσα τ’ αηδόνι
κι έτρεχε γάργαρο νερό στής Ζαχλορούς τό ρέμα
κι είδα στό δρόμο τού Θεού πώς σβήνουνε οι πόνοι
κι αυτής τής μίζερης ζωής ξανά τό μέγα ψέμα
Κι άλλη φορά χαράματα
μέ πιάσανε τά κλάματα στό άκουσμα τής μέρας
κι ήρθε τό φώς καί φίλησε
τό δάκρυ μου πού κύλησε καί χάϊδεψε ο αέρας
Είδα στό γιόμα νά πετάει αητός τών Μετεώρων
απ’ τά ψηλά πιό αψηλά γιά τού Θεού τά μέρη
κι ήπια τού Μύστη τό νερό-πηγές τών θείων δώρων
απ’ τού Χριστού τόν ομφαλό, τής Παναγιάς τό χέρι
Κι άλλη φορά μεσάνυχτα
- φύλλα ψυχής ορθάνοιχτα- στή λάμψη τών κειμένων
κοινώνησα τό είναι Σου -δίνε μου νέκταρ, δίνε μου-
στό φώς τών Φωτισμένων