Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ





Τ σύμβολο ατ χει δύο στενά λληλένδετες σημασίες. φενς εναι σταυρς το Χριστο, ατ τ ποφασιστικ ργανο μ τ ποο λοκληρώθηκε πίγεια ζω κα διακονία το Χριστο. Εναι στορία νς φοβερο κα τρομακτικο μίσους νάντια σ᾿ Ατν πο λόκληρη διδασκαλία Του πικεντρώθηκε στν ντολ τς γάπης, κα πο λόκληρο τ κύρυγμά Του ταν μία κλήση σ ατοθυσία στ νομα τς γάπης. Πιλάτος, Ρωμαος κυβερνήτης στν ποο μεταφέρθηκε Χριστός, φο Τν συνέλαβαν, Τν κτύπησαν κα Τν φτυσαν, λέει, «ν ατ οδεμίαν ατίαν ερίσκω» (ωάν. 19, 4). Ατ μως προκάλεσε να σχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον ατόν!» φωνάζει τ πλθος.

τσι σταυρς το Χριστο θέτει να αώνιο πρόβλημα, πο σκοπεύει στ βάθος τς συνειδήσεως: γιατί καλωσύνη ξεσήκωσε χι μόνο ντίθεση, λλ κα μίσος; Γιατί καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ᾿ ατν τν κόσμο;

Συνήθως ποφεύγουμε ν δώσουμε πάντηση σ᾿ ατ τ ρώτημα, πιρρίπτοντας τν εθύνη σ κάποιον λλο: ν μασταν κε, ν μουν κε κείνη τν τρομερ νύχτα, δ θ εχα συμπεριφερθε πως ο λλοι. λλοίμονο μως, κάπου βαθι στ συνείδησή μας γνωρίζουμε πς ατ δν εναι λήθεια. Ξέρουμε πς ο νθρωποι πο βασάνισαν, σταύρωσαν κα μίσησαν τν Χριστ δν ταν κάποιου εδους τέρατα, κατεχόμενα π κάποιο διαίτερο κα μοναδικ κακό. χι, ταν «πως λοι μας». Πιλάτος προσπάθησε κόμη κα ν περασπιστε τν ησο, ν μεταπείσει τ πλθος, προσφέρθηκε κόμη κα ν πελευθερώσει τ Χριστ ς κίνηση καλς θελήσεως, χάριν τς ορτς, ταν κι ατ πέτυχε, στάθηκε μπροστ στ πλθος κα νιψε τ χέρια του, δείχνοντας τ διαφωνία του σ᾿ ατ τ φόνο.

Μ λίγες πινελις τ εαγγέλιο σχεδιάζει τν εκόνα ατο του παθητικο Πιλάτου, το τρόμου του, τς γραφειοκρατικς του συνειδήσεως, τς δειλς του ρνήσεως ν κολουθήσει τ συνείδησή του. Δ συμβαίνει μως κριβς τ διο στ δική μας ζω κα στ ζω γύρω μας; Δν εναι ατ πι κοινότυπη, πι τυπικ στορία; Δν εναι παρν συνεχς μέσα μς κάποιος Πιλάτος;

Δν εναι λήθεια πς ταν ρθει στιγμ ν πομε να ποφασιστικό, μετάκλητο χι στ ψεδος, στν δικία, στ κακ κα στ μίσος, νδίδουμε στν πειρασμ ν «νίψουμε τς χείρας μας»; Πίσω π τν Πιλάτο ταν ο Ρωμαοι στρατιτες, ο ποοι μως περασπιζόμενοι τν αυτό τους θ μποροσαν ν πον: κτελέσαμε πλς διαταγές, μς επαν ν «ξουδετερώσουμε» κάποιον ταραχοποι πο προκαλοσε ναστάτωση κα ταξία, γι ποι πράγμα μιλτε λοιπόν; Πίσω π τν Πιλάτο, πίσω π τος στρατιτες ταν τ πλθος, ο διοι νθρωποι πο ξι μέρες πρν φώναζαν «σαννά», καθς ποδέχονταν θριαμβευτικ τ Χριστό, κατ τν εσοδό του στν ερουσαλήμ, μόνο πο τώρα κραυγή τους ταν «Σταύρωσον ατόν!» χουν μως κα γι᾿ ατ μία ξήγηση. Δν εναι ο γέτες τους, ο διδάσκαλοί τους κα ο κυβερντες τους ατο πο τος λεγαν πς νθρωπος ατς ταν νας γκληματίας, πο κατέλυσε τος νόμους κα τς συνήθειες, κα γι᾿ ατό, βάσει το νόμου, «πάντοτε βάσει το νόμου, πάντοτε σύμφωνα μ τ πάρχον καταστατικό», πρέπει ν πεθάνει…; τσι κάθε συμπαίκτης σ᾿ ατ τ τρομακτικ γεγονς εχε δίκαιο «π τν πλευρά του», λοι δικαιώθηκαν. λοι μαζ μως δολοφόνησαν ναν νθρωπο στν ποον «οδν ερέθη ατιον». πρώτη σημασία το σταυρο συνεπς εναι κρίση το κακο, μλλον τς ψευδοκαλωσύνης ατο του κόσμου, μέσα στν ποο πανηγυρίζει αώνια τ κακό, κα ποος προωθε τν τρομακτικ θρίαμβο το κακο πάνω στ γ.

Ατ μας μεταφέρει στ δεύτερη σημασία το σταυρο. Μετ τ σταυρ το Χριστο κολουθε δικός μας σταυρός, γι τν ποο Χριστς επε, «ε τις θέλει πίσω μου ρχεσθαι,… ράτω τν σταυρν ατο καθ᾿ μέραν κα κολουθείτω μο» (Λουκ. 9, 23). Ατ σημαίνει πς πιλογ πο εχε ν κάνει καθένας κείνη τ νύχτα – Πιλάτος, ο στρατιτες, ο ρχηγοί, τ πλθος κι καθένας μέσα στ πλθος – εναι μία πιλογ πο τίθεται συνεχς κα σ καθημεριν βάση μπροστά μας. ξωτερικά, πιλογ χει ν κάνει μ κάτι φαινομενικ σήμαντο γι μς, δευτερεον. Γι τ συνείδηση μως τίποτε δν εναι πρτο δεύτερο, λλ τ καθετ μετρται ν εναι ληθιν ψεύτικο, καλ κακό. Τ ν σηκώνεις λοιπν τ σταυρό σου καθημεριν δν εναι πλς τ ν ντέχεις τ φορτία κα τς μέριμνες τς ζως, λλ πάνω π᾿ λα τ ν ζες ρμονικ μ τ συνείδησή σου, τ ν ζες μέσα στ φς τς κρίσεως τς συνειδήσεως.

κόμη κα σήμερα, μ λο τν κόσμο ν κοιτάζει, νας νθρωπος στν ποο «οδν ερέθη ατιον» μπορε ν συλλαμβάνεται, ν βασανίζεται, ν κτυπιέται, ν φυλακίζεται ν ξορίζεται. λα ατ δ «π τ βάσει το νόμου», χάριν τς πακος κα πειθαρχίας, λα στ νομα τς τάξεως, γι τ καλ λων. Πόσοι Πιλάτοι δ νίπτουν τ χέρια τους, πόσοι στρατιτες δ σπεύδουν ν κτελέσουν τς διαταγς τς στρατιωτικς εραρχίας, πόσοι νθρωποι πάκουα, δουλόπρεπα δν τος χειροκροτον, τουλάχιστον δν κοιτάζουν σιωπηλ τ κακ πο θριαμβεύει; Καθς μεταφέρουμε τ σταυρό, καθς τν προσκυνομε, καθς τν σπαζόμαστε, ς σκεφτομε τ σημασία του. Τί μς λέει, σ τί μς καλε; ς θυμηθομε τ σταυρ ς πιλογ π τν ποία κρέμονται τ πάντα στν κόσμο, κα πο χωρς ατν λα στν κόσμο γίνονται θρίαμβος το κακο κα το σκότους. Χριστς επε, «ες κρίμα γ ες τν κόσμον τοτον λθον» (ωάν. 9, 39). Σ᾿ ατ τν κρίση, μπροστ στ δικαστήριο τς σταυρωμένης γάπης, τς λήθειας κα τς καλωσύνης, δικάζεται καθένας μας.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν
.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Που είναι το Άγιο Ορος;






«Το ’35 έγινε γενική επιστράτευση , γιατί είχε κάνει επανάσταση αυτός επάνω εκεί στη Μακεδονία. Απ’ τη Λευκάδα για να πάω στην Αθήνα έκανα τρείς μέρες με το σαπιοκάραβο. Κι όσο να φτάσουμε στην Αθήνα, κατεστάλη το κίνημα.»

Όταν έφτασα στην Αθήνα και κατεστάλη το κίνημα , ήμουν χαμένος. Δεν είχα τίποτα κανένα γνώριμο. Στρατιώτες είχα, αλλά μετά που έγινα πολίτης…Δυό τρείς μέρες καθόμουνα στην Αθήνα.  Ήταν ένα Λευκαδίτικο ξενοδοχείο και πήγαινα και κοιμόμουνα το βράδυ εκεί.

»Την Τρίτη μέρα, να και ένας έρχεται με πλησιάζει και μου λέει: «Έρχεσαι να πάμε στο Άγιον Όρος;». Λέω: «Που είναι το Άγιον Όρος;». Λέει : «Επάνω, στη Μακεδονία». Εγώ δεν είχα ιδέα για το Άγιον Όρος ούτε από καλογήρους ήξερα. Λέω: «Δεν πάμε;». «Ετοιμάσου» μου λέει, «το βράδυ φεύγει το βαπόρι». Άγνωστος αυτός τώρα.

»Πήγαμε λοιπόν. Μετά από δύο μέρες, βγήκαμε στη Δάφνη. Απ’ τον Πειραιά το βαπόρι πήγε κατευθείαν στη Δάφνη. «Τώρα που θα πάμε;». «Θα πάμε στο Ξηροποτάμου το βράδυ», μου λέει.«Αλλά δεν θα καθίσουμε , θα πάμε στο Κουτλουμούσι. Εκεί θα κοινοβιάσουμε».

»Όταν φτάσαμε στο Ξηροποτάμου, στην πύλη , τι γίνεται , παιδιά; Οι άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες κατέβηκαν απ’την εικόνα και μιλούσαν μεταξύ τους επί 20 λεπτά την ώρας. Κι εγώ τα έχασα. «Θεέ μου, τι γίνεται ;», λέω. Οι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες κατέβηκαν στο προαύλιο του ναού! Λοιπόν, σε λίγο χάθηκαν οι Άγιοι. Τα’χασα κι εγώ. Ρώτησα κάποιον: «Ποιοι ήσαν αυτοί έξω που μιλούσαν , κάτι στρατιώτες; Που πήγαν κι έφυγαν;». «Ποιοι στρατιώτες;», μου λέει.

»Καθίσαμε το βράδυ εκεί και την άλλη μέρα πήγαμε στο Κουτλουμούσι. Πήγαμε μέσα στη Γεροντεία, στον ηγούμενο. Εγώ είπα θα καθίσω, κι αυτός είπε θα καθίσει. Και μετά που είπε θα καθίσει, την άλλη μέρα χάθηκε. Δεν ξέρω τι έγινε. Ψάχνω να τον βρω, στις Καρυές, παντού, τίποτα.»

Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

40 ευρώ για τον Χριστό

 
 
Τελείωσα με τα πράγματα στο σπίτι του «δύσκολου πελάτη» για να μπορέσει να το κατοικήσει το Σαββατοκύριακο. Είχα αργήσει για να προλάβω την Εσπερινή Λειτουργία, έτσι αντί για εκεί, αποφάσισα να πάω στον προμηθευτικό σταθμό να πάρω πράγματα που χρειαζόμουν για το Σαββατοκύριακο.
Καθώς στάθμευα το φορτηγό μου πρόσεξα – ανάμεσα στα δώδεκα ή περισσότερα άτομα που φόρτωναν τα αυτοκίνητά τους με πράγματα – μια νεαρή κοπέλλα με μωρό στην αγκαλιά της να περιφέρεται εδώ και εκεί ανάμεσα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Την πέρασα για άλλο ένα πελάτη που έψαχνε για το αμάξι της.

Στάθμευσα το δικό μου φορτηγό, και ακούω πίσω μου καθώς έβγαινα μια πνιγμένη φωνή: «Κύριος… Κύριος…..»
Γυρνάω να δω, και είναι η κοπέλλα.
Είναι λεπτή, μικροκαμωμένη, ίσως 1 και 50 σε μπόϊ, και μοιάζει να είναι δεκαπέντε ετών, αλλά το πρόσωπό της έχει όψη ταλαιπωρημένη και στραπατσαρισμένη, μιας μεγαλύτερης ηλικίας. Τα μάτια της είναι ένα ατσάλινο γαλάζιο και γυαλίζουν. Η κακοβαλμένη μάσκαρα έχει γίνει μουντζούρα. Η μύτη, το ένα φρύδι και το πάνω χείλι είναι τρυπημένα, και καθώς σκουπίζει το μάτι της με την ανάποδη του καρπού της, παρατηρώ πως έχει τατουάζ πάνω στο χέρι της, στον καρπό και πιο πάνω προς το μπράτσο.
Κρατάει ένα μωρό, πιθανόν ενός έτους. Η μυτούλα του έχει μια κρούστα από ξεραμένη μύξα. Στα μπρατσάκια του είναι τυπωμένα διάφορα «παιδικά τατουάζ», από εκείνα που δίνουν τα μηχανάκια που πουλάνε τσιχλόφουσκες. Χρειαζόταν ένα μπάνιο το μικρό, αλλά δεν ήταν τόσο βρώμικο ώστε να μοιάζει εγκαταλελειμμένο. Τον σηκώνει και τον εναποθέτει πάνω στον γοφό της με το αριστερό της χέρι, καθώς σκουπίζει με το δεξί το μάτι της.
«Κύριος…», μου λέει με πνιγμένη φωνή. «Σας παρακαλώ….»
Σκύβω προς το μέρος της και βάζω το χέρι μου γύρω από τον ώμο της.
«Ηρέμησε γλυκειά μου» της λέω. «Τι σου συμβαίνει;»
«Μόλις μετακομίσαμε εδώ από την επαρχία. Αν δεν βρω 38 Ευρώ σε δέκα λεπτά, αυτοί θα πετάξουν όλα τα πράγματά μου στο πεζοδρόμιο.»
«Ποιοί είναι οι ‘αυτοί’;»
«Το Πανδοχείο Έξι εκεί πέρα…» μου δείχνει με το χέρι, στην απέναντι μεριά της λεωφόρου.
Μίλησα λιγάκι μαζί της. Είναι μόνη, χωρίς φίλο, σύζυγο, ή οικογένεια. Την ρωτάω πώς το ταΐζει το μωρό και μου λέει με τα γραμματόσημα-δώρο των σούπερ-μάρκετ.
«Και τί θα κάνεις αύριο;»
«Δεν ξέρω»
«Πες μου το όνομά σου»
«Σίντυ»
«Σε ποιο δωμάτιο μένεις στο πανδοχείο, ώστε αν βρω κάποιον να σε βοηθήσει, να μπορέσω να σε βρω…»

Με κοιτάζει. Παρατηρώ ένα βλέμμα-αστραπή ενός «περπατημένου» ανθρώπου που υποψιάζεται τα πάντα. Μετά μου λέει «238».

Της βάζω 40 Ευρώ στο χέρι. Αρχίζει να κλαίει.
«Σας ευχαριστώ κύριε… σας ευχαριστώ… Δεν θέλω να φανώ αγενής, αλλά πρέπει να φύγω τώρα αμέσως, επειδή πετάνε έξω τα πράγματά μου.»
Αρπάζει πάνω της το μωρό και φεύγει τρέχοντας προς το πανδοχείο. Εγώ γύρισα προς την άλλη κατεύθυνση και μπήκα μέσα στον προμηθευτικό σταθμό, χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Δεν θέλω να ξέρω αν όντως πήγε στο Πανδοχείο Έξι ή όχι. Δεν θέλω να ξέρω αν πλήρωσε για μία διανυκτέρευση για τον εαυτό της και το μωρό, ή αν αγόρασε μια δόση φτηνού ναρκωτικού για τον εαυτό της. Δεν θέλω να ξέρω αν έπεσα θύμα μιας ομάδας γύφτων ή αν εξαπατήθηκα από ένα κορίτσι που μάθαινε τις τεχνικές επαιτείας.
Το μόνο που θέλω να μάθω σήμερα είναι το τι σημαίνει να αγαπά κανείς χωρίς κυνισμό, το να αγαπά και αυτούς που σε εξαπατούν, σε απορρίπτουν και σε σκοτώνουν… το να δίνεις, χωρίς την προσδοκία της αμοιβής ή ανταπόδοσης… το να βλέπεις την εικόνα του Θεού κάτω από τις ουλές και τα σημάδια της ανθρώπινης αδυναμίας και ματαιότητας…
Θέλω να ξέρω τι σημαίνει να ελπίζεις.
Αν μπορώ να τα αποκτήσω όλα αυτά με σαράντα Ευρώ, τότε εγώ είμαι εκείνος που ευεργετήθηκε…
  
Του υποδιακόνου Στήβεν Ρόμπινσον

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Η ΔΙΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΒΟΛΟ ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ





Μας δένει εκείνος ο ψαλμός  που υψώνεται πάνω από τον τρούλο μέσα στην ησυχία της νύχτας όταν η γη σταματάει να γίνεται ακατανόητη και  παίρνει μορφή στο χέρια του Θεού. Μας ενώνει μια ιστορία πολέμων και μια γραμμή αίματος που φέρνει πάνω τους το βάρος της επιμονής της διατήρησης μιας ελευθερίας για άλλους παράξενη αλλά για μας βλέμμα του Θεού, μοναδικό  μας δώρο. 

Μας πλησιάζει εκείνο το σκίρτημα της καρδιάς στην «Υπερμάχω»  τα  απλά «αμήν» κι ένας πατέρας εκεί ψηλά σύντροφος στο καθημερινό μας ταξίδι κι οδηγός και δάσκαλος. Αυτός είναι που μας κάνει να μην σκύβουμε το κεφάλι παρά μόνον σ’ Αυτόν και για Αυτόν που δεν ξέρουμε καλά αλλά βρίσκουμε τα ίχνη του στην άμμο ενός εκτός χρόνου δειλινού και μέσα στην καρδιά μας όταν το «αχ» περιορίζει την φτωχή ούτως ή άλλως όρασή μας.

 Μας φέρνει κοντά  Αυτός που υψώθηκε στο σταυρό υψώνοντας μαζί του τα ράκη και τις αποτυχίες μας μαζί με τους τσακισμένους ανθρώπους από τα παιγνίδια της πολιτικής των θεομάχων. Είναι τα αδέλφια μας που η ξένη τους γλώσσα την καταλαβαίνουμε όταν μιλάμε στην προοπτική της αγάπης  που υψώνεται ως λιβάνι σε αυτόν τον μεγάλο Όρθρο των Βαλκανίων.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ





«Η Παναγία χαίρεται η Παναγία χαμογελά
το πέλαγο έτσι που κυλάει βαθιά πόσο της μοιάζει!…
Ετοιμασίες της Παναγίας/ που για να γιορτάσει ελπίζει
άσπρα πανιά και γαλανές σημαιούλες»
(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ (Φύλλα ψυχής ορθάνοιχτα)






Πρωί στο Μέγα Σπήλαιο πρωτάκουσα τ’ αηδόνι
κι έτρεχε γάργαρο νερό στής Ζαχλορούς τό ρέμα
κι είδα στό δρόμο τού Θεού πώς σβήνουνε οι πόνοι
κι αυτής τής μίζερης ζωής ξανά τό μέγα ψέμα
Κι άλλη φορά χαράματα
μέ πιάσανε τά κλάματα στό άκουσμα τής μέρας
κι ήρθε τό φώς καί φίλησε
τό δάκρυ μου πού κύλησε καί χάϊδεψε ο αέρας
Είδα στό γιόμα νά πετάει αητός τών Μετεώρων
απ’ τά ψηλά πιό αψηλά γιά τού Θεού τά μέρη
κι ήπια τού Μύστη τό νερό-πηγές τών θείων δώρων
απ’ τού Χριστού τόν ομφαλό, τής Παναγιάς τό χέρι
Κι άλλη φορά μεσάνυχτα
- φύλλα ψυχής ορθάνοιχτα- στή λάμψη τών κειμένων
κοινώνησα τό είναι Σου -δίνε μου νέκταρ, δίνε μου-
στό φώς τών Φωτισμένων